Απόψε δεν θέλω να μου πεις πως μ’ αγαπάς. Θέλω να με κάνεις να το νιώσω.
ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕΈνα ραδιόφωνο για τον έρωτα, παντού.ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΗ εκπομπή της Παρασκευής και μουσική όλο το 24ωρο.ΑΚΟΥΣΕΤι παίζει τώρα και τα τελευταία τραγούδια.«Υπάρχουν φιλιά που τελειώνουν… και φιλιά που μένουν πάνω σου για πάντα.»
Για τον έρωτα, τις σχέσεις και τα τραγούδια που μας σημάδεψαν.
Στείλε το τραγούδι σου σε κάποιον που αγαπάς.
Με την αγκαλιά τους, η μουσική δεν σταματά ποτέ.
Ας μιλήσουμε.
Λόγια για όσα νιώθεις και δεν βρίσκεις πώς να τα πεις.
Απόψε δεν θέλω να μου πεις πως μ’ αγαπάς. Θέλω να με κάνεις να το νιώσω.
Υπάρχουν φιλιά που τελειώνουν και φιλιά που μένουν πάνω σου για πάντα.
Αν ήσουν εδώ απόψε, θα άφηνα τη μουσική να μιλήσει και τα χείλη μας να πουν τα υπόλοιπα.
Θέλω έναν έρωτα που να με κάνει να ξεχνάω την ώρα, τον κόσμο και το ίδιο μου το όνομα.
Κάποια βλέμματα είναι επικίνδυνα, γιατί σε κάνουν να θέλεις όσα δεν τολμάς να ζητήσεις.
Θέλω να γίνω η σκέψη που δεν σε αφήνει να κοιμηθείς και το όνειρο που δεν θέλεις να τελειώσει.
Δεν ξέρω αν σου λείπω κι εγώ. Ξέρω μόνο πως κάποιες νύχτες μου λείπεις πολύ.
Μερικά αντίο δεν τα λες με λέξεις. Τα λες όταν σταματάς να προσπαθείς μόνος.
Ο χωρισμός πονά, αλλά πονά περισσότερο να μένεις εκεί όπου δεν σε διαλέγουν.
Κάποτε ήσουν το αύριο που ονειρευόμουν. Τώρα είσαι το χθες που μαθαίνω να αφήνω.
Δεν σε έχασα σε μία μέρα. Σε έχανα κάθε φορά που απομακρυνόσουν και δεν το έλεγες.
Ορισμένες πόρτες κλείνουν για να σταματήσεις να περιμένεις έξω από αυτές.
Μη γυρίσεις επειδή σου λείπει η συνήθεια. Γύρνα μόνο αν άλλαξε κάτι αληθινά.
Το τέλος μιας σχέσης δεν ακυρώνει τις όμορφες στιγμές της.
Υπάρχουν άνθρωποι που τους κοιτάς και ξεχνάς όλα όσα ήθελες να πεις.
Δεν σταματάς να αγαπάς από τη μια μέρα στην άλλη. Σταματάς να περιμένεις.
Δεν χρειάζεται να μισήσεις κάποιον για να επιλέξεις να μην επιστρέψεις.
Αν η επιθυμία είχε φωνή, απόψε θα ψιθύριζε το όνομά σου.
Δεν με πλήγωσε μόνο αυτό που έκανες, αλλά και όσα με άφησες να πιστεύω.
Η αλήθεια μπορεί να πονά για λίγο. Το ψέμα δηλητηριάζει κάθε επόμενη στιγμή.
Η συγχώρεση δεν σημαίνει πως πρέπει να σου ανοίξω ξανά την καρδιά μου.
Η προδοσία αλλάζει τον τρόπο που ακούς ακόμη και τις πιο όμορφες υποσχέσεις.
Δεν χάθηκε η αξία μου επειδή κάποιος δεν σεβάστηκε την εμπιστοσύνη μου.
Μερικές μάσκες πέφτουν και τότε καταλαβαίνεις πως αγαπούσες μια εικόνα.
Μη μου υποσχεθείς το για πάντα. Χάρισέ μου μια στιγμή που θα θυμάμαι για πάντα.
Μια συγγνώμη μετράει όταν τη συνοδεύει αλλαγή, όχι άλλη μία υπόσχεση.
Όταν πιάνω τον εαυτό μου να ψάχνει το κινητό σου, ξέρω πως κάτι έχει ήδη σπάσει.
Δεν χρειάζομαι τέλειες υποσχέσεις. Χρειάζομαι αλήθειες που αντέχουν στο φως.
Το πιο δύσκολο «αν» είναι εκείνο που δεν θα μάθεις ποτέ πώς θα τελείωνε.
Ίσως να μην ήμασταν ποτέ μαζί, αλλά για λίγο σε φαντάστηκα παντού.
Θέλω εκείνο το φιλί που ξεκινάει διστακτικά και τελειώνει όταν ξεχάσουμε τον κόσμο.
Σε κράτησα σε ένα όνειρο τόσο καιρό, που ξέχασα πως δεν ήταν κοινό μας.
Ζω ακόμα με όσα δεν τόλμησα να σου πω.
Μπορεί να μη γίναμε ποτέ «εμείς», αλλά υπήρξε μια στιγμή που το ευχήθηκα αληθινά.
Το βλέμμα που δεν ακολούθησε εξομολόγηση μπορεί να μείνει χρόνια στη μνήμη.
Μερικές φορές αποχαιρετάς όχι έναν άνθρωπο, αλλά το μέλλον που φαντάστηκες μαζί του.
Ίσως σε άλλη εποχή να είχαμε βρει το θάρρος. Αυτή είναι η σκέψη που δεν με αφήνει.
Απόψε οι αποστάσεις είναι χιλιόμετρα, αλλά η επιθυμία δεν ξέρει από σύνορα.
Σε αφήνω να γίνεις ανάμνηση, όχι επειδή δεν σε ήθελα, αλλά επειδή δεν μπορώ να ζω μέσα σε ένα «ίσως».
Οι παλιές αγάπες δεν επιστρέφουν πάντα. Μερικές επιστρέφουν μόνο μέσα από ένα τραγούδι.
Μια φωτογραφία μπορεί να χωρέσει μια ολόκληρη εποχή που δεν υπάρχει πια.
Κάποτε γελούσαμε για πράγματα που σήμερα θυμόμαστε με ένα μικρό χαμόγελο.
Οι αναμνήσεις δεν ζητούν άδεια. Εμφανίζονται όταν κάτι μοιάζει με τότε.
Δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Θέλω μόνο να θυμάμαι χωρίς να πονάω.
Ακόμα περνάω από τον δρόμο μας και κοιτάζω αλλού.
Μια νύχτα μαζί σου θα μπορούσε να γίνει η αγαπημένη μου ανάμνηση.
Κάποιες αναμνήσεις είναι γλυκές ακριβώς επειδή έμειναν πίσω.
Μερικές φορές ένα άρωμα ανοίγει μια πόρτα που νόμιζες πως είχες κλείσει.
Δεν μου λείπει απλώς η αγκαλιά σου. Μου λείπει ο άνθρωπος που γίνομαι όταν είμαι μέσα της.
Κάποτε ήσουν το παρόν μου. Τώρα είσαι μια σελίδα που διαβάζω με ηρεμία.
Δεν αρκεί να λέτε πως είστε μαζί, αν ο ένας νιώθει μόνος μέσα στη σχέση.
Μπορούμε να διαφωνούμε σε όλα, αρκεί να μην πληγώνουμε ο ένας τον άλλον.
Τα λόγια τα παίρνει ο αέρας. Η συνέπεια μένει.
Έρωτας είναι να σε αγγίζει ένα τραγούδι και να νιώθεις πως σε αγγίζει εκείνος.
Η ζήλια που σε ελέγχει δεν είναι αγάπη. Είναι φόβος.
Η σιωπή δεν λύνει τίποτα. Απλώς το αφήνει για αύριο.
Μην ερωτεύεσαι όσα σου υπόσχεται. Πρόσεξε τι κάνει κάθε μέρα.
Όταν κάθε κουβέντα γίνεται καβγάς, θυμήσου ότι είμαστε στην ίδια πλευρά.
Μια σχέση δεν σώζεται από έναν άνθρωπο που προσπαθεί για δύο.
Μαζί σου δεν χρειάζεται να γίνω κάποιος άλλος.
Η δύναμή της δεν βρίσκεται στο ότι δεν λυγίζει, αλλά στο ότι ξανασηκώνεται.
Μην υποτιμάς μια γυναίκα που έμαθε να χαμογελά μετά από δύσκολες μάχες.
Μια γυναίκα δεν χρειάζεται να μικρύνει τα όνειρά της για να χωρέσει στη ζωή κάποιου.
Πίσω από ένα ήρεμο χαμόγελο μπορεί να κρύβεται μια δύναμη που δεν φαντάζεσαι.
Θέλω να με φιλάς σαν να περίμενες χρόνια αυτή τη στιγμή.
Μια γυναίκα μπορεί να έχει τρυφερή καρδιά και αδιαπραγμάτευτα όρια.
Η σιωπή της δεν είναι αδυναμία. Απλώς κουράστηκε να εξηγεί τα αυτονόητα.
Η λάμψη της δεν εξαρτάται από το ποιος την κοιτάζει.
Μια δυνατή γυναίκα δεν χρειάζεται να είναι πάντα δυνατή. Δικαιούται και να ξεκουράζεται.
Το σώμα θυμάται όσα η λογική προσπαθεί να ξεχάσει.
Όταν θυμηθεί ποια είναι, σταματά να κυνηγά εκείνους που δεν βλέπουν την αξία της.
Μερικές νύχτες δεν χρειάζονται σχέδια. Μόνο το σωστό πρόσωπο και ένα τραγούδι χαμηλά.
Αν ήξερες πόσες φορές σε συναντώ στη σκέψη μου, θα καταλάβαινες γιατί δεν κοιμάμαι εύκολα.
Θέλω να είμαι ο λόγος που χαμογελάς στο κινητό σου και η τελευταία σκέψη πριν κλείσεις τα μάτια.
Η αξία σου δεν μειώνεται επειδή κάποιος δεν μπόρεσε να τη δει.
Να επιλέγεις την ηρεμία σου, ακόμη κι όταν η καρδιά σου χρειάζεται χρόνο να συμφωνήσει.
Δεν χρειάζεται να αρέσεις σε όλους για να είσαι αρκετός.
Μπορείς να αγαπάς κάποιον και ταυτόχρονα να επιλέγεις να φύγεις.
Κάθε φορά που λες όχι σε ό,τι σε πληγώνει, λες ναι σε κάτι καλύτερο.
Υπάρχει μια μαγεία στο να σε θέλει κάποιος τόσο, όσο τον θέλεις κι εσύ.
Δεν άργησες να ξεκινήσεις ξανά. Ξεκινάς όταν είσαι έτοιμος.
Έχεις δικαίωμα να αλλάξεις γνώμη, δρόμο και ζωή.
Δεν χρειάζεται να αποδείξεις πως προχώρησες. Αρκεί να νιώθεις πως αναπνέεις ξανά.
Απόψε, άσε την περηφάνια στην άκρη και πες εκείνο το «μου λείπεις» που κρατάς μέσα σου.
Ξεκίνα ξανά, ακόμη κι αν σήμερα το μόνο που έχεις είναι η απόφαση να μην τα παρατήσεις.
Η ευτυχία στον έρωτα κρύβεται συχνά σε ένα βλέμμα που λέει «γύρισες».
Θέλω να γεράσουμε μαζί και να συνεχίσουμε να ανακαλύπτουμε ο ένας τον άλλον.
Να βρίσκεις τον άνθρωπό σου και στις γιορτές και στις συνηθισμένες Τρίτες.
Το γέλιο σου είναι ένας από τους αγαπημένους μου ήχους.
Δεν χρειάζεται να ταξιδέψουμε μακριά όταν ακόμη και ο καναπές γίνεται περιπέτεια μαζί σου.
Το για πάντα χτίζεται με ένα «καλημέρα», ένα «πρόσεχε» και ένα «είμαι εδώ».
Ο έρωτας δεν χάνει τη μαγεία του όταν περνούν τα χρόνια. Αλλάζει τρόπο να τη δείχνει.
Η πιο όμορφη συνήθεια είναι να διαλέγεις κάθε μέρα τον ίδιο άνθρωπο.
Μαζί σου ακόμη και οι απλές μέρες αποκτούν κάτι που θέλω να θυμάμαι.
Ένας άντρας μπορεί να μη μιλά για όσα νιώθει, αλλά τα θυμάται όλα.
Ένας άντρας που σε θέλει στη ζωή του δεν σε αφήνει να αναρωτιέσαι αν έχεις θέση σε αυτήν.
Η γοητεία ενός άντρα δεν είναι στο πρόσωπο. Είναι στο πώς νιώθεις όταν είσαι δίπλα του.
Μπορεί να έχει γνωρίσει πολλές, αλλά μόνο σε μία θέλει να γυρίζει.
Μην υποτιμάς έναν άντρα που σωπαίνει. Μπορεί να δίνει μάχες μέσα του που κανείς δεν θα μάθει.
Κάποιες φορές, αυτός που δείχνει πιο δυνατός είναι εκείνος που θέλει περισσότερο να ακούσει ένα «είμαι εδώ».
Υπάρχουν ονόματα που ένας άντρας δεν λέει πια δυνατά, αλλά τα ψιθυρίζει ακόμα τις νύχτες.
Κάποιοι άντρες ερωτεύονται μία φορά και περνούν χρόνια προσπαθώντας να καταλάβουν γιατί δεν ξέχασαν.
Μου ζέστανες τα πόδια με τα δικά σου χωρίς να ξυπνήσεις. Εκεί κατάλαβα ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει.
Σε έχω δει να κλαις σε διαφήμιση και να γελάς σε κηδεία. Σε αγαπάω ακόμα πιο πολύ γι' αυτό.
Μου έμαθες ότι η αγάπη έχει και πλυντήρια, και λογαριασμούς, και Κυριακές που βαριόμαστε. Και μου αρέσει.
Όταν μπαίνω σπίτι και φωνάζω «ήρθα», θέλω να είσαι εσύ αυτός που θα απαντήσει.
Σε προτιμώ αχτένιστη, με τη φόρμα και το παλιό μου φούτερ.
Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς σε ερωτεύτηκα. Θυμάμαι μόνο ότι μια μέρα δεν ήθελα να φύγεις.
Μαζί σου η σιωπή στο αυτοκίνητο δεν είναι αμήχανη. Είναι ξεκούραση.
Μου κράτησες τα μαλλιά όταν ήμουν άρρωστη και μετά μου είπες ότι είμαι όμορφη. Ψεύτη μου.
Ξέρεις ότι θέλω τη γωνία του καναπέ και μου την αφήνεις χωρίς να το έχουμε πει ποτέ.
Έρωτας είναι να βρίσκεις το σπίτι σου σε μια αγκαλιά.
Αγαπάω το πώς λες «εμείς» όταν μιλάς στους φίλους σου.
Με πήρες τηλέφωνο μόνο για να μου πεις ότι είδες ένα σκυλί που μου έμοιαζε. Έτσι ξέρω ότι με σκέφτεσαι.
Δεν με έκανες καλύτερο άνθρωπο. Με έκανες να θέλω να γίνω.
Από τότε που ήρθες, το «σπίτι» έγινε πρόσωπο.
Μου είπες «πες μου τι έγινε» και κάθισες δύο ώρες να ακούς. Κανείς δεν το είχε κάνει.
Ήθελα κάποια να με προσέχει. Βρήκα μία που με προσέχει και με αφήνει να την προσέχω.
Η αγάπη μας δεν έχει φωτογραφίες για το Instagram. Έχει σημειώματα στο ψυγείο.
Τσακωνόμαστε για το ποιος θα πει πρώτος καληνύχτα. Χάνω επίτηδες.
Τα Σάββατα το πρωί, με τον καφέ στο κρεβάτι, είναι όλη η ευτυχία που ζήτησα ποτέ.
Μου κρατάς θέση στο τραπέζι, στην ουρά, στη ζωή σου.
Δεν χρειάζονται μεγάλες υποσχέσεις όταν οι μικρές πράξεις λένε κάθε μέρα «είμαι εδώ».
Με θυμάσαι όταν ψωνίζεις. Ένα σοκολατάκι στη σακούλα, για μένα. Αυτό είναι.
Σταμάτα να μου μιλάς για δουλειά με αυτή τη φωνή.
Μου ξέφυγε ένα «έλα» στο αυτί σου και από εκεί και πέρα δεν θυμάμαι πολλά.
Φόρεσα το άρωμα που σου αρέσει και ήρθα νωρίτερα. Μη ρωτάς γιατί.
Τα μάτια σου στο στόμα μου, την ώρα που μιλούσα. Έχασα την κουβέντα.
Κράτα με από το χέρι στον δρόμο. Και πιο σφιχτά όταν φτάνουμε στην πόρτα.
Δεν πρόλαβα να βγάλω το μπουφάν. Ούτε ήθελα.
Η ζέστη του Αυγούστου είναι τίποτα μπροστά στο βλέμμα σου.
Σου έστειλα «πού είσαι;» και ήξερες ακριβώς τι εννοούσα.
Με το φόρεμα που σου αρέσει, μετράω πόσα λεπτά θα αντέξεις.
Το πουκάμισό σου στο πάτωμα και η καρδιά μου στο στόμα.
Όταν με κοιτάς έτσι, ξεχνάω πως είμαι ντροπαλός.
Μη σβήνεις το φως. Θέλω να σε βλέπω.
Χορεύαμε κολλητά και η μουσική ήταν απλώς η δικαιολογία.
Ένα δάγκωμα στο χείλι και όλη η μέρα πήγε χαμένη. Ευτυχώς.
Σε θέλω όπως θέλεις νερό όταν διψάς.
Σε έπιασα από τη μέση και ένιωσα να τρέμεις. Από εκείνη τη στιγμή δεν σε άφησα.
Τα δάχτυλά σου στον λαιμό μου κι εγώ να κάνω πως διαβάζω.
Πέσαμε στον καναπέ και η ταινία έπαιζε μόνη της για κανέναν.
Πήραμε τις σκάλες, γιατί το ασανσέρ ήταν πολύ αργό για εμάς.
Αληθινή αγάπη είναι να σε βλέπει ο άλλος ολόκληρο και να επιλέγει να μείνει.
Μου ψιθύρισες κάτι στο τραπέζι κι εγώ κοκκίνισα μπροστά σε όλους.
Με φίλησες στον ώμο ενώ έβαφα τα νύχια μου και χάλασα το ένα. Δεν με πείραξε.
Τα φιλιά σου έχουν γεύση από καφέ και πορτοκάλι. Δεν τα αλλάζω.
Με φίλησες στην πόρτα της πολυκατοικίας και η κυρία του πρώτου έκλεισε το παράθυρο.
Μου φίλησες το χέρι σαν σε παλιό σινεμά. Γέλασα και μετά δεν μπορούσα να σταματήσω να το σκέφτομαι.
Φιλί στα μάτια όταν κλαίω. Μόνο εσύ το κάνεις αυτό.
Σταμάτα να με φιλάς τόσο ωραία, θα αργήσω στη δουλειά.
Δεν μου είπες ποτέ πρώτος «σ' αγαπώ». Με φιλούσες πριν προλάβω να το πω εγώ.
Το πρώτο μας φιλί ήταν σε μια στάση λεωφορείου. Το λεωφορείο ήρθε και έφυγε.
Μου έκλεψες ένα φιλί και από τότε μου χρωστάς όλα τα υπόλοιπα.
Φιλί με αλάτι, στη θάλασσα, τον Ιούλιο. Το κρατάω για τον χειμώνα.
Με φίλησες στο κούτελο σαν να έλεγες «όλα θα πάνε καλά». Και πήγαν.
Ένα φιλί στο λεωφορείο, γρήγορο, και κατέβηκες. Εγώ πήγα δύο στάσεις παραπάνω.
Φιλιόμασταν με τα κράνη στο χέρι, έξω από το περίπτερο. Δεκαεννιά χρονών.
Μου έδωσες ένα φιλί για καληνύχτα, μετά άλλο ένα, κι άλλο ένα. Η καληνύχτα κράτησε μια ώρα.
Θέλω ένα φιλί από αυτά που κλείνουν την κουβέντα.
Τα χείλη σου ήταν κρύα από το παγωτό και ζεστά από σένα.
Σε φίλησα πρώτος και κόντεψε να μου σταματήσει η καρδιά.
Το πιο ωραίο φιλί είναι αυτό που δίνεις πριν φύγεις και γυρνάς πίσω για ένα ακόμα.
Φίλα με στη μύτη. Ξέρεις ότι με κάνει να γελάω.
Ο έρωτας γίνεται αγάπη όταν το πάθος μαθαίνει να φροντίζει.
Τη φίλησα στο μπαλκόνι κι από κάτω πέρασε ένα μηχανάκι με δυνατή μουσική. Ακόμα ακούω εκείνο το τραγούδι.
Τέσσερις το πρωί και ψάχνω το προφίλ σου σαν να μην ξέρω τι θα βρω.
Το βράδυ το σπίτι τρίζει και κάθε φορά νομίζω πως είσαι εσύ.
Μια ζακέτα πάνω από τη νυχτικιά και βγήκα στο μπαλκόνι να μιλήσουμε κρυφά.
Είπαμε «άλλα πέντε λεπτά» στο τηλέφωνο και μας βρήκε το ξημέρωμα.
Ξενυχτάμε με το παράθυρο ανοιχτό και ακούμε τα αυτοκίνητα να περνάνε.
Μετά τις δώδεκα γίνομαι πιο ειλικρινής. Και πιο ευάλωτος.
Σε ξύπνησα στις τρεις για να σου πω ότι σε αγαπάω. Μου είπες «κι εγώ» και ξανακοιμήθηκες.
Τη νύχτα δεν έχω άμυνες. Γι' αυτό σε σκέφτομαι τότε.
Γυρίσαμε περπατώντας μετά τον γάμο, με τα τακούνια στο χέρι. Ήταν η ωραιότερη νύχτα.
Το φεγγάρι στο ταβάνι από τις γρίλιες κι εσύ να κοιμάσαι στον ώμο μου.
Νύχτα Σαββάτου, όλοι έξω, κι εγώ μέσα με τα παλιά σου μηνύματα.
Στον δρόμο για το σπίτι, στα κόκκινα φανάρια, σου είπα όσα δεν τολμούσα τη μέρα.
Βάζω ξυπνητήρι και ξέρω πως δεν θα κοιμηθώ. Εσύ φταις.
Μια μπύρα στο μπαλκόνι, η πόλη σιωπηλή, κι εγώ να σου μιλάω χωρίς να είσαι εδώ.
Η νύχτα ξέρει να κρατάει μυστικά. Της έχω πει πολλά για σένα.
Όταν όλοι κοιμούνται, η καρδιά μου ξυπνάει.
Έμεινα στο αυτοκίνητο έξω από το σπίτι σου μισή ώρα. Δεν χτύπησα.
Τις νύχτες με βροχή θέλω μόνο να είσαι από την άλλη πλευρά του κρεβατιού.
Σου έστειλα «κοιμάσαι;» και είδα τις τρεις τελίτσες να ανάβουν και να σβήνουν.
Έλα να ξενυχτήσουμε μια φορά ακόμα, σαν να είμαστε είκοσι.
Μου λείπει το βάρος σου στη μία πλευρά του στρώματος.
Βρήκα μια τρίχα σου στο παλτό μου. Κόντεψα να βάλω τα κλάματα.
Άνοιξα το ψυγείο και είδα τη μουστάρδα που μόνο εσύ έτρωγες. Δεν την πετάω.
Μου λείπουν τα χέρια σου να μου φτιάχνουν τον γιακά πριν βγω.
Μου λείπει να σε περιμένω στο μπαλκόνι μέχρι να παρκάρεις.
Κάθε φορά που κάποιος γελάει δυνατά στο καφέ, γυρίζω να δω μήπως είσαι εσύ.
Μου λείπει να μου λες «φάε κάτι», λες και είμαι παιδί.
Φοράω ακόμα τις κάλτσες σου στο σπίτι. Μου πέφτουν και τις ανεβάζω.
Μου λείπει ο τρόπος που έλεγες «μωρό μου» όταν ήσουν θυμωμένη.
Ξέρω πώς πίνεις τον καφέ σου και ποιο τραγούδι σε κάνει να σωπαίνεις. Αυτό για μένα είναι αγάπη.
Είδα στον δρόμο ένα αυτοκίνητο ίδιο με το δικό σου και η καρδιά μου έκανε ένα σάλτο.
Η απόσταση είναι τρεις ώρες με το πλοίο. Μου φαίνεται ωκεανός.
Μου λείπεις πιο πολύ τις Κυριακές. Οι Κυριακές ήταν δικές μας.
Έμαθα να μαγειρεύω το φαγητό που μου έφτιαχνες. Δεν έχει την ίδια γεύση.
Κάθε φορά που κλείνω τα μάτια στο λεωφορείο, σε φαντάζομαι δίπλα μου.
Ο καναπές είναι πολύ μεγάλος για έναν.
Μου λείπει να διαφωνούμε για το ποια ταινία θα δούμε.
Σου έγραψα «καλημέρα» και το έσβησα. Τρίτη μέρα σήμερα.
Η μάνα μου ρωτάει ακόμα για σένα. Της λέω ότι είσαι καλά. Ελπίζω να είσαι.
Μου λείπει να σε βλέπω να ξυρίζεσαι το πρωί, με τον αφρό ως τα αυτιά.
Θέλω μόνο μια μέρα. Μια συνηθισμένη μέρα μαζί σου, με ψώνια και βαρεμάρα.
Σου άφησα τα κλειδιά στο τραπέζι της κουζίνας, δίπλα στη φρουτιέρα. Εκεί που τα άφηνες κι εσύ.
Δεν έκλαψα μπροστά σου. Έκλαψα στη σκάλα.
Μου είπες «θα μείνουμε φίλοι» και ξέραμε και οι δύο πως όχι.
Τελευταίο ταξί, τελευταία ματιά από το τζάμι. Δεν γύρισες.
Έβγαλα το δαχτυλίδι και το χέρι μου μου φαινόταν ξένο.
Το αντίο μας έγινε με μήνυμα. Τρία χρόνια, τέσσερις γραμμές.
Μάζεψα τις κούπες σου και τις έβαλα σε μια κούτα. Κράτησα μόνο μία.
Δεν σου ζήτησα να μείνεις. Είχα κουραστεί να ζητάω.
Κουράστηκα να είμαι ο μόνος που προσπαθεί.
Είπαμε αντίο στο αεροδρόμιο κι έμεινα να κοιτάζω τον πίνακα με τις πτήσεις.
Η τελευταία μας φωτογραφία είναι θολή. Ταιριάζει.
Δεν σου θυμώνω. Μόνο κουράστηκα.
Σου εύχομαι το καλύτερο. Αλήθεια. Αλλά όχι ακόμα από κοντά.
Έκλεισα την πόρτα σιγά για να μη σε ξυπνήσω. Αυτό ήταν το τελευταίο που έκανα για σένα.
Χωρίσαμε μια Τρίτη, χωρίς φωνές. Οι Τρίτες δεν είναι πια ίδιες.
Το «να προσέχεις» που μου είπες ήταν το πιο ειλικρινές που μου είπες ποτέ.
Σε άφησα να φύγεις, γιατί κανείς δεν πρέπει να μένει από λύπηση.
Έφυγα πρώτη για να μη με αφήσεις εσύ. Το μετάνιωσα και δεν το μετάνιωσα.
Μου είπες «δεν φταις εσύ». Ήξερα πως ήταν αλήθεια και πόνεσε πιο πολύ.
Ξέρω ότι έπρεπε να γίνει. Δεν ξέρω ακόμα πώς να το συνηθίσω.
Το έμαθα από μια φωτογραφία που δεν ήταν για μένα.
Η μυρωδιά στο πουκάμισό σου δεν ήταν το δικό μου άρωμα.
Μου είπες ότι είσαι στη δουλειά. Σε είδα στο καφέ απέναντι.
Όλοι οι φίλοι μας το ήξεραν και με κοίταζαν με λύπηση. Αυτό δεν το συγχωρώ σε κανέναν.
Σου άνοιξα το σπίτι μου, την καρδιά μου, τον κωδικό του κινητού μου. Εσύ είχες κρυφό δεύτερο κινητό.
Με ρωτάς γιατί δεν μιλάω πια. Γιατί δεν ξέρω ποια από τα λόγια σου ήταν αλήθεια.
Μου ορκίστηκες στη μάνα σου. Τώρα ξέρω πόσο αξίζει ο όρκος σου.
Δεν μου έφυγε μόνο ο έρωτας. Μου έφυγε και η ησυχία.
Έμαθα να σε μισώ πιο γρήγορα απ' όσο σε ερωτεύτηκα. Κι αυτό με τρομάζει.
Η κολλητή μου. Από όλες, η κολλητή μου.
Τον θεωρούσα αδερφό μου. Τώρα δεν έχω ούτε αδερφό ούτε εσένα.
Γύρισες με λουλούδια. Τα λουλούδια δεν ξέρουν να ζητάνε συγγνώμη.
Ήξερα. Απλώς δεν ήθελα να το πιστέψω.
Το χειρότερο δεν ήταν το ψέμα. Ήταν πόσο καλά το έλεγες.
Μου έλεγες ότι ζηλεύω χωρίς λόγο. Είχα λόγο.
Τώρα κάθε φορά που κάποιος αργεί να απαντήσει, πονάω από την αρχή.
Μου ζήτησες να σε εμπιστευτώ ξανά. Την ώρα που το ζητούσες, κοίταξες το κινητό.
Δεν θα σου πω τι μου έκανες. Θα το καταλάβεις όταν σου το κάνει κάποιος άλλος.
Φόρεσες τη βέρα σου μόλις μπήκες στο σπίτι. Άρα την είχες βγάλει.
Έσπασες κάτι που δεν κολλάει. Και θες να κάνουμε πως δεν φαίνεται η ρωγμή.
Σε έβλεπα κάθε πρωί στο ίδιο βαγόνι. Δεν σου μίλησα ποτέ. Μια μέρα σταμάτησες να έρχεσαι.
Μου είπες «αν ήταν αλλιώς τα πράγματα». Ήταν αλλιώς. Απλώς δεν διάλεξες εμένα.
Γράφω το όνομά σου στο κινητό και το σβήνω πριν πατήσω κλήση. Χρόνια τώρα.
Ήμουν κουμπάρος στον γάμο σου. Χαμογέλασα σε όλες τις φωτογραφίες.
Ήμουν η κολλητή σου. Σου έφτιαχνα τα μαλλιά πριν βγεις μαζί του.
Κάποτε πήγα να σου το πω. Τότε μου ανακοίνωσες ότι αρραβωνιάζεσαι.
Κράτησα το εισιτήριο από τη συναυλία που πήγαμε «σαν φίλοι».
Τα καλοκαίρια στο χωριό ήσουν εκεί. Κάθε Σεπτέμβρη έφευγες και κάθε Ιούνη ξαναρχίζαμε το ίδιο τίποτα.
Ήξερες. Το έβλεπα στο πώς απέφευγες το βλέμμα μου.
Ένα χαμόγελό σου αρκεί για να ανατρέψει όλες μου τις άμυνες.
Χορέψαμε μία φορά, σε ένα πανηγύρι. Εγώ ακόμα χορεύω εκείνον τον χορό.
Δεν σε φίλησα εκείνο το βράδυ στην παραλία. Το σκέφτομαι κάθε φορά που βλέπω θάλασσα.
Μου μιλούσες για εκείνον κι εγώ σου έδινα συμβουλές. Καλές συμβουλές. Τον κράτησες.
Σε περιμένω σε μια στάση που δεν περνάς πια.
Ήσουν πάντα «σχεδόν». Σχεδόν μαζί, σχεδόν δικός μου, σχεδόν.
Δέκα χρόνια μετά μου είπες «κι εγώ σε ήθελα τότε». Ευχαριστώ. Κι αυτό πόνεσε.
Είμαστε φίλοι στο Facebook. Αυτή είναι όλη η ιστορία μας.
Δεν μου χρωστάς τίποτα. Απλώς σε κουβαλάω.
Ήθελα να είμαι εγώ αυτός που θα σε περιμένει στην έξοδο της σχολής.
Κάποια βράδια φαντάζομαι πώς θα ήταν. Μετά σβήνω το φως.
Στο τέλος δεν σε έχασα. Δεν σε είχα ποτέ για να σε χάσω.
Το κασετόφωνο στο αυτοκίνητο του πατέρα σου και το ίδιο τραγούδι δέκα φορές.
Μυρίζω ακόμα το σαπούνι της γιαγιάς σου όταν θυμάμαι εκείνο το Πάσχα.
Είχαμε ένα ραδιοφωνάκι στην αμμουδιά που έπιανε μόνο έναν σταθμό. Μας έφτανε.
Βρήκα στο συρτάρι το βραχιολάκι με τις χάντρες που μου είχες φτιάξει.
Το πρώτο μας σπίτι είχε υγρασία κι ένα παράθυρο που δεν έκλεινε. Ήταν παλάτι.
Κάθε φορά που περνάω από την πλατεία, θυμάμαι πως εκεί μου ζήτησες να βγούμε.
Έχω μια φωτογραφία σου στο μπαλκόνι με τη γάτα στην αγκαλιά. Τη βλέπω και χαμογελάω.
Θυμάμαι το τηλέφωνο με το καλώδιο και πώς το τέντωνα ως το δωμάτιό μου για να μη μας ακούνε.
Η πρώτη φορά που με πήρες με το μηχανάκι. Γελούσαμε σαν τρελοί σε όλη τη διαδρομή.
Υπάρχουν άνθρωποι που τους σκέφτεσαι και η νύχτα ξαφνικά γίνεται πιο ζεστή.
Τη θυμάμαι στη στάση με το κόκκινο παλτό. Δεκαπέντε χρόνια μετά, το κόκκινο μου τη θυμίζει ακόμα.
Το φλιτζάνι που ήπιες τον τελευταίο σου καφέ το έπλυνα. Αλλά το έχω βάλει χωριστά.
Οι αναμνήσεις ξυπνάνε με τις μυρωδιές. Καμένη ζάχαρη, βρεγμένο χώμα, εσύ.
Κάθε Δεκέμβρη ξαναβλέπουμε την ταινία που είδαμε στο πρώτο μας ραντεβού.
Μου έγραφες γράμματα από τον στρατό. Τα έχω σε ένα κουτί παπουτσιών.
Μου είχες χαρίσει μια κασέτα με τραγούδια γραμμένα από το ραδιόφωνο. Με τη φωνή του εκφωνητή στη μέση.
Κάποια μέρη τα έχω πια μόνο στη μνήμη. Έκλεισαν, γκρεμίστηκαν, άλλαξαν. Μέσα μου είναι ακόμα ανοιχτά.
Θυμάμαι τα χέρια σου γεμάτα μπογιά τη μέρα που βάφαμε το σαλόνι.
Τη φίλησα πίσω από το σχολείο και μετά δεν της μίλησα μια βδομάδα από ντροπή.
Τα μαλλιά σου μύριζαν θάλασσα όλο εκείνο το καλοκαίρι.
Πονάει λίγο να θυμάμαι. Πονάει πιο πολύ η ιδέα ότι θα ξεχάσω.
Αν σε θέλει, θα το ξέρεις. Δεν θα χρειάζεται να το μαντεύεις.
Ο σωστός άνθρωπος σε κάνει να νιώθεις ήρεμα, όχι να ζεις με άγχος.
Δεν μπορείς να γίνεις σπίτι για κάποιον που ψάχνει συνέχεια την έξοδο.
Το «είμαι πολύ απασχολημένος» συνήθως σημαίνει «δεν είσαι προτεραιότητα».
Όποιος σε αγαπάει δεν σε βάζει να διαλέξεις ανάμεσα σε εκείνον και στον εαυτό σου.
Η αγάπη θέλει και λόγια. Μόνο με πράξεις, ο άλλος κουράζεται να μαντεύει.
Μια γυναίκα που σταματάει να ρωτάει έχει βρει ήδη τις απαντήσεις μόνη της.
Το να κλάψεις μπροστά σε κάποιον θέλει μεγάλη εμπιστοσύνη. Κράτα όσους την αξίζουν.
Όσοι σου λένε «έτσι είμαι εγώ», συνήθως δεν σκοπεύουν να αλλάξουν τίποτα.
Δεν φοβάμαι τη φωτιά. Φοβάμαι να προσποιηθώ πως δεν τη νιώθω.
Η σιωπή δεν λύνει τον καβγά. Απλώς τον αναβάλλει.
Αν σε συγκρίνει συνέχεια με άλλους, δεν ψάχνει εσένα.
Έμαθα αργά ότι το «δεν έχω τίποτα» δεν με έκανε πιο δυνατό. Με έκανε πιο μόνο.
Η εμπιστοσύνη χτίζεται σε χρόνια και γκρεμίζεται με ένα μήνυμα.
Ο έρωτας περνάει. Αυτό που μένει είναι αν σας αρέσει να είστε μαζί και τις βαρετές μέρες.
Μη μείνεις με κάποιον μόνο επειδή φοβάσαι να ξεκινήσεις από την αρχή.
Οι μεγάλες χειρονομίες εντυπωσιάζουν. Οι μικρές κρατάνε μια σχέση ζωντανή.
Δεν μπορείς να φτιάξεις κάποιον που δεν θέλει να φτιαχτεί.
Αν πρέπει να μικρύνεις για να χωρέσεις στη ζωή του, ψάξε μεγαλύτερο χώρο.
Ένας καβγάς δεν σημαίνει ότι τελειώσατε. Η αδιαφορία σημαίνει.
Μια σχέση όπου κάνει κουπί μόνο ο ένας δεν πάει πουθενά. Απλώς κάνει κύκλους.
Σε θέλω με εκείνον τον τρόπο που δεν χωρά σε ήρεμες λέξεις.
Πέταξα το παλιό μαξιλάρι, αγόρασα καινούριο. Κοιμήθηκα σαν μωρό.
Γράφτηκα σε μαθήματα χορού. Πατάω πόδια, αλλά γελάω.
Πρώτη φορά μετά από χρόνια έκλεισα τραπέζι μόνο για μένα. Δεν ντράπηκα. Μου άρεσε.
Έβγαλα το τραγούδι μας από τη λίστα. Έβαλα ένα καινούριο που δεν μου θυμίζει τίποτα.
Ξαναβρήκα τις φίλες μου. Μου είχαν κρατήσει τη θέση στο τραπέζι.
Ξύρισα τα γένια που σου άρεσαν. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και ξαναγνώρισα τον εαυτό μου.
Έμαθα να τρώω μόνη μου σε εστιατόριο χωρίς να κοιτάζω το κινητό.
Ο πόνος δεν φεύγει μονομιάς. Φεύγει λίγο λίγο, ένα πρωί τη φορά.
Άλλαξα διαδρομή για τη δουλειά. Πέντε λεπτά παραπάνω, αλλά δεν περνάω από το σπίτι σου.
Σήμερα ένας φίλος μου είπε «σε βλέπω καλά». Για πρώτη φορά δεν ήταν ψέμα.
Έβαψα τα νύχια μου κόκκινα. Μικρό πράγμα, μεγάλο μήνυμα.
Κατέβασα την κιθάρα από το πατάρι. Τα δάχτυλα πονάνε. Η καρδιά λιγότερο.
Αγόρασα λουλούδια για το σπίτι μου. Για κανέναν άλλο.
Φύτεψα βασιλικό στο μπαλκόνι. Αν πιάσει αυτός, θα πιάσω κι εγώ.
Δεν σβήνω το παρελθόν. Απλώς δεν το αφήνω να οδηγεί.
Η πρώτη μέρα που ξύπνησα και δεν κοίταξα αν μου έγραψες ήταν η πρώτη μέρα της καινούριας μου ζωής.
Μου πήρε έναν χρόνο να ξαναγελάσω με την καρδιά μου. Άξιζε η αναμονή.
Δεν ξέρω ποια θα έρθει. Ξέρω ότι αυτή τη φορά θα με βρει ολόκληρο.
Πήγα μόνη μου στη θάλασσα. Η θάλασσα δεν με ρώτησε τίποτα.
Δεν ξέρω ακόμα πώς θα είναι η ζωή μου από εδώ και πέρα. Για πρώτη φορά, αυτό δεν με φοβίζει.
Μου υποσχέθηκες ότι θα μου ξύνεις την πλάτη ως τα ενενήντα. Θα σου το θυμίσω.
Θέλω να σε βαριέμαι στα εξήντα και να σε ξαναερωτεύομαι στα εβδομήντα.
Φτιάξαμε σπίτι, παιδιά, μια ζωή. Και ακόμα μου κλείνεις το μάτι στο τραπέζι.
Της φέρνω τον καφέ στο κρεβάτι κάθε πρωί εδώ και τριάντα χρόνια. Δεν σκοπεύω να σταματήσω.
Τριάντα χρόνια μαζί και ακόμα του φτιάχνω τον γιακά πριν βγει.
Θέλω να είσαι η τελευταία φωνή που ακούω κάθε βράδυ, για όσα βράδια έχουμε.
Περάσαμε δύσκολα χρόνια και δεν φύγαμε. Αυτό είναι το δικό μας «για πάντα».
Έχουμε τις ίδιες ρυτίδες από τα ίδια αστεία.
Θέλω να μαλώνουμε για το πού θα πάμε διακοπές μέχρι να μην μπορούμε να πάμε πουθενά. Και μετά να μαλώνουμε για το κανάλι.
Κάποια φιλιά έχουν τη γεύση μιας υπόσχεσης που δεν ειπώθηκε.
Κι όταν δεν θα θυμάμαι πια τίποτα, θέλω να θυμάμαι το χέρι σου.
Με είδες σε όλες μου τις εκδοχές. Και έμεινες σε όλες.
Η βέρα μου έχει γρατζουνιές. Κάθε μία είναι μια χρονιά μαζί σου.
Θα σε περιμένω στην πόρτα όσο έχω πόδια να σταθώ.
Ο παππούς μου έλεγε «βρες μία που να γελάτε μαζί». Τη βρήκα.
Στην επέτειό μας δεν θέλω ακριβό εστιατόριο. Θέλω την ίδια ταβέρνα, το ίδιο τραπέζι κι εσένα.
Μεγαλώσαμε μαζί. Δεν γεράσαμε. Μεγαλώσαμε.
Δεν ξέρω αν υπάρχει το «για πάντα». Ξέρω ότι θέλω να το δοκιμάσω μαζί σου.
Του είπα «ναι» με φωνή που έτρεμε. Δεκαπέντε χρόνια μετά, ακόμα τρέμει όταν μου λέει «σ' αγαπώ».
Κάθε πρωί που ξυπνάω δίπλα σου, σε διαλέγω ξανά.
Ό,τι κι αν γίνει, θα είσαι πάντα ο πρώτος άνθρωπος που θέλω να δω.
Η σιωπή στο σπίτι έχει πια το σχήμα σου.
Στρώνω δύο πιάτα από συνήθεια. Το ένα το μαζεύω άδειο.
Το τηλέφωνο δεν χτυπάει. Το κοιτάζω σαν να μπορεί να με ακούσει.
Υπάρχουν βράδια που μιλάω δυνατά μόνο για να θυμηθώ πώς ακούγεται η φωνή μου.
Η μοναξιά δεν κάνει θόρυβο. Απλώς κάθεται απέναντι και περιμένει.
Γελάω με τους άλλους και γυρίζω σπίτι να κλάψω μόνος.
Κανείς δεν ρωτάει πώς είμαι, γιατί όλοι πιστεύουν πως είμαι πάντα καλά.
Ο καφές κρυώνει στο τραπέζι. Δεν έχω σε ποιον να πω «κάτσε λίγο ακόμα».
Ανάβω όλα τα φώτα του σπιτιού, κι όμως μέσα μου μένει σκοτάδι.
Μαθαίνεις να ζεις με τη μοναξιά όπως με μια ουλή. Δεν πονάει πια, αλλά φαίνεται.
Το πιο βαρύ δεν είναι να είσαι μόνος. Είναι να νιώθεις μόνος ανάμεσα σε ανθρώπους.
Κάθε Κυριακή απόγευμα ο χρόνος σταματάει και μένω μόνο εγώ να τον κοιτάζω.
Γράφω μηνύματα που δεν στέλνω ποτέ. Είναι ο μόνος τρόπος να μιλάω σε κάποιον.
Η βροχή στο τζάμι είναι η μόνη που μου χτυπάει την πόρτα.
Φοράω ακόμα το άρωμα που σου άρεσε. Δεν το μυρίζει πια κανείς.
Κλείνω την πόρτα πίσω μου και κανείς δεν ρωτάει πού ήμουν.
Η νύχτα είναι μεγάλη όταν δεν έχεις κανέναν να του πεις καληνύχτα.
Κοιτάζω τα φωτισμένα παράθυρα απέναντι και αναρωτιέμαι αν κάποιος εκεί νιώθει σαν εμένα.
Δεν μου λείπει κάποιος συγκεκριμένος. Μου λείπει να ανήκω κάπου.
Μερικές φορές ένα χάδι διορθώνει τη μέρα καλύτερα από χίλιες συμβουλές.
Η μοναξιά είναι ένα δωμάτιο χωρίς πόρτα. Μπαίνεις χωρίς να το καταλάβεις και ψάχνεις χρόνια την έξοδο.
Το κρεβάτι είναι ζεστό μόνο από τη μία πλευρά.
Ακούω τα βήματά μου στη σκάλα και κανένα δεν απαντάει.
Η μοναξιά έχει τη μυρωδιά ενός σπιτιού που κανείς δεν περιμένει να γυρίσει.
Κάποτε μετρούσα τις ώρες μέχρι να σε δω. Τώρα μετράω τις ώρες μέχρι να ξημερώσει.
Χτενίζομαι το πρωί για έναν καθρέφτη που δεν λέει τίποτα.
Έμαθα να σωπαίνω τόσο καλά, που ξέχασα πώς ζητάνε βοήθεια.
Ο κόσμος περνάει έξω από το παράθυρο και κανείς δεν σηκώνει το βλέμμα.
Στις γιορτές το τραπέζι είναι γεμάτο και η καρδιά μου άδεια.
Το «καληνύχτα» το λέω πια μόνο στο σκοτάδι.
Το αγαπημένο μου μέρος είναι εκεί όπου ακουμπάς το κεφάλι σου στον ώμο μου.
Κρατάω το κινητό στο χέρι όλο το βράδυ, σαν να κρατάω κάποιον.
Υπάρχουν σιωπές που φωνάζουν πιο δυνατά από κάθε καβγά.
Περπατάω στην πόλη για ώρες, μόνο και μόνο για να μην είμαι στο σπίτι.
Η μοναξιά δεν ήρθε ξαφνικά. Μπήκε σιγά σιγά, σαν το κρύο από τις χαραμάδες.
Βάζω το αγαπημένο μου τραγούδι και χορεύω μόνη στην κουζίνα. Μετά σταματάω και κλαίω.
Η πόρτα μου είναι πάντα ανοιχτή. Απλώς κανείς δεν περνάει πια από εδώ.
Οι φωτογραφίες στο ράφι χαμογελούν σε ένα δωμάτιο που δεν χαμογελάει πια.
Ξυπνάω και για μια στιγμή ξεχνάω τη σιωπή. Είναι η πιο όμορφη στιγμή της μέρας.
Μιλάω με τα αστέρια, γιατί εκείνα τουλάχιστον μένουν ως το πρωί.
Κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα έρχονται πιο ήσυχα.
Δεν φοβάμαι το σκοτάδι. Φοβάμαι ότι κανείς δεν θα καταλάβει αν δεν ανάψω το φως.
Η τρυφερότητα είναι η πιο ήσυχη μορφή του πάθους.
Μερικά χείλη δεν τα θυμάσαι μόνο. Θυμάσαι ποιος ήσουν όταν σε φίλησαν.
Το χέρι σου στο δικό μου κάνει τον δρόμο να μοιάζει λιγότερο μακρύς.
Η νύχτα ξέρει πόσες φορές είπα το όνομά σου χωρίς να το ακούσει κανείς.
Οι πιο ειλικρινείς κουβέντες συχνά αρχίζουν με ένα «είσαι ξύπνιος;».
Απόψε η καρδιά μου δεν ζητά ύπνο. Ζητά να ακουστεί.
Υπάρχουν νύχτες που δεν σου λείπει ο ύπνος, αλλά ένας άνθρωπος.
Οι νυχτερινές σκέψεις είναι γράμματα που δεν στείλαμε ποτέ.
Η νύχτα μεγαλώνει όταν περιμένεις ένα μήνυμα που δεν έρχεται.
Κάθε τραγούδι που αγαπούσαμε βρίσκει τρόπο να σε φέρνει πίσω.
Μου λείπεις περισσότερο στις στιγμές που θα ήθελα να σου πω κάτι ασήμαντο.
Κάποιες φορές δεν θέλω να γυρίσεις. Θέλω μόνο να μη μου λείπεις τόσο.
Η απόσταση μετριέται σε χιλιόμετρα, αλλά η νοσταλγία σε στιγμές.
Πιάνω τον εαυτό μου να θέλει να σου στείλει νέα, σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Μου λείπουν ακόμη και οι μικρές συνήθειες που κάποτε θεωρούσα δεδομένες.
Δεν σε ψάχνω παντού. Απλώς πολλά πράγματα εξακολουθούν να μου θυμίζουν εσένα.
Γράψε τα λόγια σου για τον έρωτα, τον χωρισμό, τη νέα αρχή. Τα διαβάζουμε ένα ένα και τα πιο όμορφα γίνονται κάρτα στη σελίδα μας, με την υπογραφή σου.