Σε πολλά σπίτια το «σ' αγαπώ» δεν ειπώθηκε ποτέ. Όχι επειδή έλειπε η αγάπη, αλλά επειδή κανείς δεν είχε μάθει να τη λέει με λόγια. Οι γονείς μας συχνά μεγάλωσαν με ανθρώπους που δεν τους το είπαν ούτε εκείνοι, και έτσι η αγάπη πέρασε από γενιά σε γενιά με άλλους τρόπους.
Την έδειχναν με πράξεις. Με ένα πιάτο φαγητό που σε περίμενε όσο αργά κι αν γύριζες. Με μια ερώτηση αν έφτασες καλά. Με κουβέντες για τον καιρό και για το αυτοκίνητο, που στην πραγματικότητα σήμαιναν «νοιάζομαι για σένα». Όταν είσαι παιδί, αυτά δεν τα καταλαβαίνεις πάντα. Όταν μεγαλώνεις, αρχίζεις να τα διαβάζεις αλλιώς.
Και κάποια στιγμή νιώθεις την ανάγκη να πεις αυτό που δεν ειπώθηκε ποτέ. Μόνο που δεν είναι εύκολο. Οι λέξεις κολλάνε στον λαιμό. Φοβάσαι ότι θα ακουστεί παράξενο, ότι ο άλλος δεν θα ξέρει τι να απαντήσει, ότι η αμηχανία θα είναι μεγαλύτερη από τη στιγμή.
Δεν χρειάζεται να ξεκινήσεις από το πιο δύσκολο. Μπορείς να ξεκινήσεις από τη γλώσσα που ήδη ξέρετε. Ένα «ευχαριστώ» για κάτι που θεωρούσες πάντα δεδομένο. Ένα «χάρηκα που σας είδα» μετά από ένα κυριακάτικο τραπέζι. Μια αγκαλιά στην πόρτα, ακόμα κι αν βγει λίγο άγαρμπη την πρώτη φορά. Τα μικρά βήματα ανοίγουν τον δρόμο για τα μεγαλύτερα.
Αν σου είναι πιο εύκολο, μπορείς να το γράψεις. Ένα μήνυμα, ένα σημείωμα, μια κάρτα. Οι γραπτές λέξεις δίνουν στον άλλον χρόνο να τις δεχτεί με τον δικό του ρυθμό, χωρίς να νιώσει ότι πρέπει να απαντήσει αμέσως.
Και μην περιμένεις την τέλεια απάντηση. Μπορεί να ακούσεις ένα «κι εγώ», μπορεί μια σιωπή, μπορεί μια αλλαγή θέματος. Κάθε άνθρωπος αντιδρά όπως μπορεί. Αυτό που μετράει είναι ότι το είπες, και ότι εκείνο το απλό «σ' αγαπώ» θα μείνει μέσα του, ακόμα κι αν δεν βρει αμέσως τα λόγια να το επιστρέψει.
Γιατί κάποιες λέξεις δεν χρειάζονται απάντηση.
Χρειάζονται μόνο να ειπωθούν.
