Είσαι ενήλικας. Πληρώνεις λογαριασμούς, παίρνεις αποφάσεις στη δουλειά, διαχειρίζεσαι κρίσεις που κάποτε θα σου φαίνονταν αδιανόητες. Κι όμως, φτάνει ένα κυριακάτικο τραπέζι στο πατρικό για να γίνεις ξανά δεκαπέντε χρονών. Μια παρατήρηση της μητέρας σου για το πώς ντύνεσαι, ένα σχόλιο του πατέρα σου για τη δουλειά σου, ένα πείραγμα του αδερφού σου, και μέσα σε δέκα λεπτά νιώθεις το στομάχι σου να σφίγγεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που σφιγγόταν τότε.
Δεν είναι ότι δεν μεγάλωσες. Είναι ότι η οικογένεια έχει μια μνήμη που δεν ενημερώνεται εύκολα. Σε ξέρουν ως «το παιδί που ήταν πάντα ανεύθυνο» ή «αυτή που τα έχει όλα τακτοποιημένα» ή «ο ευαίσθητος της οικογένειας». Οι ρόλοι αυτοί μοιράστηκαν πριν από πολλά χρόνια, και κάθε φορά που μαζεύεστε, όλοι ξαναπαίρνουν αυτόματα τις θέσεις τους. Σαν παράσταση που ανεβαίνει για πολλοστή φορά, με τους ίδιους διαλόγους.
Οι ρόλοι αυτοί κάποτε είχαν λόγο ύπαρξης. Ίσως ο ένας έπρεπε να γίνει ο υπεύθυνος γιατί οι γονείς δούλευαν πολύ. Ίσως ο άλλος έγινε ο αστείος για να ελαφρύνει μια βαριά ατμόσφαιρα. Μέσα στο σπίτι, εκείνη την εποχή, είχαν νόημα. Το πρόβλημα είναι ότι η εποχή πέρασε και οι ρόλοι έμειναν, σαν παλιά ρούχα που φοράμε από συνήθεια ενώ δεν μας κάνουν πια.
Και το πιο εκνευριστικό είναι ότι παίζεις κι εσύ. Ξέρεις ότι η απάντηση που ετοιμάζεσαι να δώσεις θα φέρει καβγά, και τη δίνεις. Ξέρεις ότι η αδερφή σου θα πει το συγκεκριμένο πράγμα, και αντιδράς όπως αντιδρούσες στα δεκαπέντε. Γυρνάς σπίτι και αναρωτιέσαι πώς γίνεται να έχεις δουλέψει τόσο με τον εαυτό σου και να ξαναπέφτεις στην ίδια παγίδα μέσα σε τρεις ώρες.
Ίσως γιατί η οικογένεια είναι το μέρος όπου μάθαμε για πρώτη φορά ποιοι είμαστε. Εκεί σχηματίστηκαν οι πρώτες μας άμυνες, οι πρώτες μας ανασφάλειες, οι πρώτες μας ιδέες για το τι αξίζουμε. Είναι λογικό, λοιπόν, όταν επιστρέφουμε εκεί, να επιστρέφουν και όλα αυτά. Το σώμα θυμάται πριν θυμηθεί το μυαλό.
Δεν μπορείς να αλλάξεις μόνος σου τη δυναμική μιας ολόκληρης οικογένειας. Μπορείς όμως να αλλάξεις τη δική σου θέση μέσα σε αυτή. Να μην απαντήσεις αμέσως. Να πάρεις μια ανάσα πριν πέσεις στην παλιά σου ατάκα. Να πεις ήρεμα «αυτό δεν ισχύει πια για μένα» και να μη μπεις σε μάχη για να το αποδείξεις. Να βγεις στο μπαλκόνι για πέντε λεπτά όταν νιώσεις ότι ανεβαίνει η πίεση. Μικρές κινήσεις, που σταδιακά αλλάζουν το σενάριο.
Και να είσαι καλός με τον εαυτό σου τις μέρες που θα ξανακυλήσεις. Θα γίνει. Θα υψώσεις τη φωνή σε μια κουβέντα που είχες ορκιστεί να αποφύγεις, θα φύγεις θυμωμένος, θα το σκέφτεσαι όλο το βράδυ. Αυτό δεν σημαίνει ότι απέτυχες. Σημαίνει ότι αλλάζεις κάτι που χτιζόταν δεκαετίες, και αυτό δεν γίνεται σε μία Κυριακή.
Και να θυμάσαι ότι συχνά κι εκείνοι είναι παγιδευμένοι στους ίδιους ρόλους. Η μητέρα που κάνει συνέχεια παρατηρήσεις μπορεί να μην ξέρει άλλον τρόπο να δείξει ότι νοιάζεται. Ο πατέρας που ρωτάει πάντα για τα οικονομικά μπορεί να ανησυχεί και να μην έχει τις λέξεις. Αυτό δεν δικαιολογεί όλα όσα πονάνε, βοηθά όμως να τα πάρεις λιγότερο προσωπικά.
Βοηθά επίσης να βλέπεις τους δικούς σου και έξω από το κυριακάτικο τραπέζι. Έναν καφέ μόνο με τη μητέρα σου, μια βόλτα μόνο με τον πατέρα σου, μια κουβέντα με τον αδερφό σου χωρίς το υπόλοιπο σόι γύρω. Ένας προς έναν, οι ρόλοι χαλαρώνουν. Δεν υπάρχει κοινό για να παιχτεί η παράσταση, και συχνά βρίσκεις απέναντί σου έναν άνθρωπο που δεν τον ήξερες τόσο καλά όσο νόμιζες.
Δεν θα γίνει από τη μια Κυριακή στην άλλη. Ίσως να μη γίνει ποτέ εντελώς. Κάθε φορά όμως που θα φεύγεις από το πατρικό νιώθοντας λίγο περισσότερο ο εαυτός σου και λίγο λιγότερο ο ρόλος σου, θα έχεις κερδίσει κάτι.
Μπορείς να αγαπάς την οικογένειά σου
χωρίς να χρειάζεται να ξαναγίνεσαι δεκαπέντε για να χωρέσεις στο τραπέζι της.
