Υπάρχει ένα είδος μοναξιάς που δεν φαίνεται. Δεν είναι το άδειο σπίτι ή το τηλέφωνο που δεν χτυπά. Είναι η μοναξιά που νιώθεις μέσα σε ένα γεμάτο δωμάτιο, ανάμεσα σε ανθρώπους που ξέρεις, όταν όλοι μιλούν και κανείς δεν σε ρωτά κάτι που να έχει πραγματικά σημασία.
Μπορεί να έχεις φίλους, οικογένεια, συναδέλφους. Μπορεί η μέρα σου να είναι γεμάτη κουβέντες. Κι όμως, στο τέλος της, να νιώθεις ότι δεν σε συνάντησε κανείς. Ότι είπες πολλά και τίποτα. Ότι απάντησες «καλά» τόσες φορές που άρχισες να το πιστεύεις κι εσύ.
Η μοναξιά δεν μετριέται σε ανθρώπους γύρω μας. Μετριέται στην απόσταση ανάμεσα σε αυτό που ζούμε και σε αυτό που μπορούμε να μοιραστούμε. Όσο μεγαλώνει αυτή η απόσταση, τόσο πιο μόνοι νιώθουμε, ακόμα και μέσα στο πλήθος.
Συχνά τη δημιουργούμε κι εμείς χωρίς να το θέλουμε. Δεν θέλουμε να φορτώσουμε τους άλλους, δεν θέλουμε να φανούμε αδύναμοι, φοβόμαστε ότι αν πούμε την αλήθεια θα χαλάσουμε τη διάθεση. Έτσι κρατάμε τα σημαντικά για τον εαυτό μας και μοιραζόμαστε μόνο τα εύκολα.
Το αντίδοτο δεν είναι περισσότερος κόσμος. Είναι μια αληθινή κουβέντα. Ένας άνθρωπος που θα ρωτήσει «πώς είσαι» και θα περιμένει πραγματικά να ακούσει την απάντηση. Και, το πιο δύσκολο, η δική μας τόλμη να την πούμε.
Ίσως να μην είναι εύκολο την πρώτη φορά. Ίσως χρειαστεί να το ρισκάρεις με κάποιον που δεν περίμενες. Πολλές φορές όμως θα ανακαλύψεις ότι ο άλλος νιώθει το ίδιο και περίμενε κι εκείνος κάποιον να μιλήσει πρώτος.
Γιατί δεν χρειαζόμαστε πολύ κόσμο γύρω μας.
Χρειαζόμαστε μια στιγμή που κάποιος θα μας δει πραγματικά.
