Μέσα σε μια μέρα στέλνεις δεκάδες μηνύματα. Απαντάς σε stories, βάζεις καρδούλες, γράφεις «χαχα» σε αστεία που δεν σε έκαναν να γελάσεις. Είσαι σε τρεις ομαδικές συνομιλίες που δεν σταματούν ποτέ. Αν κάποιος μετρούσε, θα έλεγε ότι επικοινωνείς περισσότερο από ποτέ. Κι όμως, το βράδυ, όταν αφήνεις το κινητό στο κομοδίνο, νιώθεις ότι δεν μίλησες με κανέναν.
Ζούμε μια παράξενη αντίφαση. Ποτέ δεν ήταν τόσο εύκολο να έρθουμε σε επαφή με τους άλλους, και ποτέ δεν νιώσαμε τόσο αποκομμένοι. Ίσως γιατί μπερδέψαμε την επαφή με τη σύνδεση. Η επαφή είναι το μήνυμα, το like, το «τι κάνεις;» που περιμένει ένα «καλά, εσύ;». Η σύνδεση είναι κάτι άλλο. Είναι η στιγμή που κάποιος σε ακούει πραγματικά και εσύ λες κάτι που δεν το είχες πει σε κανέναν.
Το καταλαβαίνεις κυρίως στις δύσκολες στιγμές. Όταν κάτι πάει στραβά και ανοίγεις τη λίστα με τις συνομιλίες σου. Εκατό ονόματα, και κανένα δεν σου φαίνεται το σωστό για να γράψεις «δεν είμαι καλά». Με τους περισσότερους η κουβέντα δεν έχει ξεπεράσει ποτέ τα αστεία και τα «χρόνια πολλά». Και ξαφνικά η πλούσια κοινωνική σου ζωή μοιάζει με μια πόλη γεμάτη φώτα, όπου δεν ξέρεις σε ποια πόρτα να χτυπήσεις.
Τα social μάς έμαθαν να μοιραζόμαστε τα πάντα εκτός από τα σημαντικά. Τι φάγαμε, πού πήγαμε, τι μας άρεσε. Σπάνια ανεβάζουμε την κούραση, τον φόβο, την αμφιβολία. Και έτσι όλοι ξέρουν τα πάντα για εμάς και κανείς δεν μας ξέρει πραγματικά. Σαν βιτρίνα που την κοιτάζουν όλοι, αλλά δεν μπαίνει κανείς μέσα.
Και ας μην κοροϊδευόμαστε, κάνουμε κι εμείς το ίδιο στους άλλους. Βλέπουμε ένα story με μια φωτογραφία που μοιάζει χαρούμενη και δεν ρωτάμε τίποτα. Βάζουμε μια καρδούλα σε μια ανάρτηση που ίσως έγραψε κάποιος για να πει, με τον τρόπο του, ότι δυσκολεύεται. Όλοι περιμένουμε να μας ρωτήσουν, και σχεδόν κανείς δεν ρωτάει.
Δεν φταίει η τεχνολογία από μόνη της. Ένα μήνυμα μπορεί να είναι πιο βαθύ από μια ώρα κουβέντα, αν γραφτεί με αλήθεια. Φταίει ο τρόπος που τη χρησιμοποιούμε. Σαν να θέλουμε να είμαστε παρόντες παντού, για να μη χρειαστεί να είμαστε πραγματικά κάπου.
Δοκίμασε κάτι απλό. Αντί για δέκα σύντομα μηνύματα σε δέκα ανθρώπους, κάνε ένα τηλεφώνημα σε έναν. Αντί για «τι κάνεις;», ρώτησε «πώς είσαι πραγματικά αυτή την περίοδο;». Αντί να απαντήσεις «καλά», πες κάτι αληθινό, ακόμα κι αν είναι μικρό. Θα δεις ότι οι περισσότεροι διψάνε για τέτοιες κουβέντες, απλώς κανείς δεν τολμά να τις ξεκινήσει.
Μπορείς να ξεκινήσεις και από τις ίδιες τις ομαδικές συνομιλίες. Αντί για ένα ακόμα αστείο, γράψε σε κάποιον ξεχωριστά: «Είδα εκείνη τη φωτογραφία που ανέβασες, πώς είσαι;». Ένα μήνυμα που φεύγει από τη βιτρίνα και πηγαίνει κατευθείαν σε έναν άνθρωπο. Θα εκπλαγείς με το πόσες φορές η απάντηση θα είναι μεγαλύτερη και πιο αληθινή απ' όσο περίμενες.
Και κάποιες φορές άφησε το κινητό σε άλλο δωμάτιο. Όχι για να κάνεις αποτοξίνωση, αλλά για να χωρέσει κάτι άλλο. Ένας καφές με έναν φίλο χωρίς διακοπές. Μια βόλτα με κάποιον που αγαπάς, όπου το μόνο που μοιράζεστε είναι η στιγμή.
Δεν χρειαζόμαστε περισσότερους ανθρώπους να μας γράφουν.
Χρειαζόμαστε λίγους να μας ακούν.
