Κάποτε ξέρατε ο ένας τον άλλον καλύτερα από οποιονδήποτε. Μοιραζόσασταν το ίδιο δωμάτιο, το ίδιο τραπέζι, τους ίδιους γονείς με τις ίδιες ιδιοτροπίες. Ξέρατε ποιος έσπασε το βάζο και ποιος το φορτώθηκε. Τσακωνόσασταν για το τηλεχειριστήριο, για το ποιος θα κάτσει μπροστά στο αυτοκίνητο, για το ποιος θα πλύνει τα πιάτα. Και τα βράδια, με τα φώτα σβηστά, λέγατε πράγματα που δεν θα λέγατε σε κανέναν άλλον.
Και τώρα; Τώρα βλέπεστε στις γιορτές. Ρωτάτε «τι κάνεις, όλα καλά;» και απαντάτε «καλά, τα ίδια». Μιλάτε για τη δουλειά, για τον καιρό, για τους γονείς. Κάθεστε στο ίδιο τραπέζι σαν δύο συγγενείς που δεν ξέρουν τι να πουν μεταξύ τους. Και κάπου μέσα σου υπάρχει μια μικρή θλίψη που δεν της έχεις δώσει όνομα.
Δεν έγινε κάτι συγκεκριμένο. Απλώς μεγαλώσατε. Ο καθένας έφτιαξε τη ζωή του, σε άλλη πόλη ή στην ίδια, με άλλους ανθρώπους, άλλες συνήθειες, άλλες απόψεις. Κάποιες φορές βρεθήκατε σε αντίθετες πλευρές σε πράγματα σημαντικά. Ίσως κουβαλάτε και παλιά πράγματα, συγκρίσεις που έκαναν οι γονείς, ρόλους που σας φόρτωσαν από μικρούς. «Ο υπεύθυνος», «ο ατίθασος», «το καμάρι του σπιτιού». Ρόλοι που δεν διαλέξατε, αλλά που ακόμα σας ακολουθούν.
Το παράξενο με τα αδέρφια είναι ότι ο καθένας μεγάλωσε σε μια ελαφρώς διαφορετική οικογένεια, ακόμα κι αν ήταν το ίδιο σπίτι. Οι γονείς ήταν πιο αυστηροί με τον έναν, πιο χαλαροί με τον άλλον. Η οικογένεια περνούσε άλλες δυσκολίες όταν γεννήθηκε ο πρώτος και άλλες όταν μεγάλωνε ο τελευταίος. Γι' αυτό κάποιες φορές θυμάστε τα ίδια γεγονότα τόσο διαφορετικά. Δεν λέει κανείς ψέματα. Απλώς ο καθένας τα είδε από άλλο ύψος.
Κάποιες φορές η απόσταση κρύβει και πληγές που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Μια αδικία που ένιωσε ο ένας, μια στιγμή που ο άλλος δεν ήταν εκεί όταν χρειαζόταν. Πράγματα μικρά για τον έναν, τεράστια για τον άλλον. Αν υπάρχει κάτι τέτοιο ανάμεσά σας, δεν θα φύγει μόνο του με τα χρόνια. Θέλει μια κουβέντα ήρεμη, χωρίς να ψάχνετε ποιος είχε δίκιο. Μόνο για να ακούσει ο ένας πώς το έζησε ο άλλος.
Υπάρχει μια σιωπηλή υπόθεση πίσω από αυτή την απόσταση. Ότι θα υπάρχει πάντα χρόνος. Ότι τα αδέρφια είναι εκεί, δεδομένα, όπως οι τοίχοι του πατρικού. Ότι κάποια στιγμή, όταν ηρεμήσουν τα πράγματα, θα βρείτε τον δρόμο ξανά. Μόνο που η ζωή σπάνια ηρεμεί από μόνη της.
Και συχνά τα αδέρφια ξαναβρίσκονται στις δύσκολες στιγμές. Σε έναν διάδρομο νοσοκομείου, σε μια κηδεία, όταν πρέπει να πάρουν μαζί αποφάσεις για τους γονείς. Τότε καταλαβαίνουν ότι ο μόνος άνθρωπος που θυμάται την ίδια κουζίνα, την ίδια μυρωδιά από το φαγητό της Κυριακής, το ίδιο τραγούδι στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου στις καλοκαιρινές διακοπές, είναι αυτός που κάθεται απέναντι. Είναι κρίμα να το ανακαλύπτει κανείς μόνο τότε.
Δεν χρειάζεται να γίνετε κολλητοί, αν δεν σας βγαίνει. Δεν χρειάζεται να συμφωνείτε σε όλα. Μπορείτε όμως να ψάξετε το κοινό σας έδαφος ως ενήλικες, όχι ως τα παιδιά που ήσασταν. Να δείτε ο ένας τον άλλον όπως είστε σήμερα, όχι μέσα από τους παλιούς ρόλους. Να ρωτήσεις κάτι αληθινό, κάτι που δεν ρωτάει κανείς στις γιορτές: «Πώς είσαι στ' αλήθεια;» «Τι σε απασχολεί αυτό τον καιρό;»
Μπορεί να ξεκινήσει από κάτι μικρό. Μια παλιά φωτογραφία που του στέλνεις χωρίς λόγο. Ένας καφές μόνο οι δυο σας, χωρίς τους γονείς και τα παιδιά γύρω. Μια κουβέντα για εκείνο το καλοκαίρι που χαθήκατε στο δάσος και γυρίσατε σπίτι με τα σκοτάδια. Τα κοινά σας χρόνια είναι ένας θησαυρός που κανείς άλλος δεν έχει.
Ίσως κι εκείνος να νιώθει την ίδια απόσταση και να μην ξέρει πώς να την καλύψει. Ίσως περιμένει κι αυτός μια αφορμή.
Τα αδέρφια είναι οι μόνοι άνθρωποι που ήταν εκεί από την αρχή.
Αξίζει να είναι εκεί και στη συνέχεια.
