Δεν έρχεται ξαφνικά. Έρχεται με μικρά πράγματα που στην αρχή τα προσπερνάς. Η μητέρα σου που σε παίρνει τηλέφωνο για να της εξηγήσεις ξανά πώς στέλνει φωτογραφίες. Ο πατέρας σου που ανεβαίνει τις σκάλες πιο αργά και σταματάει στο πλατύσκαλο, κάνοντας πως ψάχνει τα κλειδιά. Οι ερωτήσεις που επαναλαμβάνονται. Τα χαρτιά από την εφορία που μένουν ανοιχτά στο τραπέζι της κουζίνας, γιατί «δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα καινούργια».
Και μια μέρα, χωρίς να το αποφασίσει κανείς, οι ρόλοι αλλάζουν. Εσύ κλείνεις τα ραντεβού. Εσύ θυμάσαι τι πρέπει να πάρουν και πότε. Εσύ τους λες «πρόσεχε» όταν διασχίζουν τον δρόμο, με την ίδια φωνή που σου το έλεγαν εκείνοι όταν ήσουν παιδί. Και κάτι μέσα σου σφίγγεται, γιατί αυτοί ήταν οι άνθρωποι που ήξεραν πάντα τι να κάνουν.
Είναι ένα πένθος που δεν έχει όνομα. Οι γονείς σου είναι εδώ, ζωντανοί, κοντά σου. Αλλά κάτι έχει χαθεί. Η εικόνα τους ως ακλόνητων, ως εκείνων που θα έλυναν κάθε πρόβλημα. Σου λείπει να είσαι εσύ ο μικρός, αυτός που έπαιρνε τηλέφωνο για συμβουλή και όχι αυτός που δίνει οδηγίες.
Ταυτόχρονα, η ζωή σου δεν σταματάει για να κάνει χώρο. Έχεις δουλειά, σχέση, ίσως παιδιά, υποχρεώσεις που δεν περιμένουν. Και νιώθεις ότι είσαι παντού λίγο και πουθενά αρκετά. Ενοχές όταν δεν πας, κούραση όταν πας. Εκνευρισμός όταν δεν ακούνε, και αμέσως μετά ντροπή για τον εκνευρισμό.
Και μην παραξενευτείς αν σε πιάνει θυμός. Θυμός για τον χρόνο που δεν σταματά, για τα σχέδια που άλλαξαν, ακόμα και για τους ίδιους, που κάποτε δεν άκουγαν τις συμβουλές του γιατρού ή δεν πρόσεχαν τον εαυτό τους. Ο θυμός αυτός δεν σε κάνει κακό παιδί. Είναι ο φόβος σου ντυμένος με άλλα ρούχα. Όταν τον αναγνωρίσεις, γίνεται πιο εύκολο να μην τον ξεσπάσεις πάνω τους.
Αξίζει να θυμηθείς ότι κι εκείνοι το ζουν από την άλλη πλευρά. Κανείς δεν θέλει να γίνει βάρος στα παιδιά του. Όταν η μητέρα σου επιμένει ότι «μπορεί μόνη της» ενώ φαίνεται πως δεν μπορεί, δεν είναι ξεροκεφαλιά. Είναι αξιοπρέπεια. Είναι ο φόβος να χάσει τη θέση της, να γίνει αυτή που τη φροντίζουν και όχι αυτή που φροντίζει. Όταν ο πατέρας σου θυμώνει που του ξαναθυμίζεις κάτι, δεν θυμώνει με σένα. Θυμώνει με τον χρόνο.
Γι' αυτό η φροντίδα θέλει και τρυφερότητα, όχι μόνο αποτελεσματικότητα. Είναι εύκολο να πάρεις τα πάντα πάνω σου, να αποφασίζεις για εκείνους χωρίς εκείνους, γιατί έτσι είναι πιο γρήγορο. Αλλά αν τους αφαιρέσεις κάθε απόφαση, τους αφαιρείς και κάτι από τον εαυτό τους. Ρώτα τους. Άφησέ τους να κάνουν όσα μπορούν, ακόμα κι αν τα κάνουν πιο αργά από σένα.
Και μη σηκώνεις τα πάντα μόνος. Αν έχεις αδέρφια, μοιραστείτε το βάρος καθαρά, με κουβέντα και όχι με σιωπηλά παράπονα. Αν δεν έχεις, ζήτα βοήθεια από όπου μπορείς, από συγγενείς, φίλους, ανθρώπους που ξέρουν. Δεν είναι αποτυχία να μην τα βγάζεις πέρα μόνος. Είναι απλώς ανθρώπινο.
Φρόντισε και τον εαυτό σου. Ένας εξαντλημένος άνθρωπος δεν μπορεί να φροντίσει κανέναν. Μια βόλτα, ένας ύπνος, μια κουβέντα με κάποιον που σε καταλαβαίνει δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ο τρόπος να αντέξεις.
Και μέσα σε όλα αυτά, μην ξεχάσεις να είσαι και παιδί τους. Όχι μόνο αυτός που φέρνει τα φάρμακα και ελέγχει τους λογαριασμούς. Κάτσε μαζί τους χωρίς λόγο. Ζήτα τους να σου πουν πώς γνωρίστηκαν, πώς ήταν η γειτονιά όταν ήταν νέοι, ποιο τραγούδι χόρευαν. Αυτές οι κουβέντες δεν είναι χαμένος χρόνος. Είναι ο χρόνος που θα θυμάσαι.
Κάποτε σου έμαθαν να περπατάς.
Τώρα είναι η σειρά σου να περπατήσεις δίπλα τους, στον δικό τους ρυθμό.
